Νέα

Στις κάλπες σήμερα το Ισραήλ: Το διακύβευμα των κρίσιμων εκλογών ‑ Τι δείχνουν οι δημοσκοπήσεις

Στην κόψη του ξυραφιού η πολιτική επιβίωση του Νετανιάχου – Τι θα κρίνει το αποτέλεσμα - Τι ακολουθεί μετά το κλείσιμο της κάλπης

Στις κάλπες σήμερα το Ισραήλ: Το διακύβευμα των κρίσιμων εκλογών - Τι δείχνουν οι δημοσκοπήσεις

Σε κλίμα έντονης πολιτικής πόλωσης, υπό την σκιά των ραγδαίων γεωπολιτικών εξελίξεων στη Μέση Ανατολή και έπειτα από τρία χρόνια πολέμου σε πολλαπλά μέτωπα, οι Ισραηλινοί προσέρχονται σήμερα στις κάλπες για μια σκληρή εκλογική αναμέτρηση που θα καθορίσει την επόμενη κυβέρνησή τους. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν εξαιρετικά αμφίρροπη μάχη.

Οι προηγούμενες βουλευτικές εκλογές στο Ισραήλ έγιναν την 1η Νοεμβρίου 2022, από τις οποίες προέκυψε η κυβέρνηση συνασπισμού του Μπενιαμίν Νετανιάχου.

Τα εκλογικά τμήματα άνοιξαν από νωρίς το πρωί σε ολόκληρη τη χώρα. Τα πρώτα αποτελέσματα (exit polls) αναμένονται αμέσως μετά το κλείσιμο της κάλπης το βράδυ της Τρίτης, ενώ η καταμέτρηση των ψήφων θα συνεχιστεί καθ' όλη τη διάρκεια της νύχτας.

Τα αποτελέσματα των εκλογών είναι να γίνουν γνωστό μέσα σε λίγες ώρες από το κλείσιμο των εκλογικών τμημάτων, αλλά μπορεί να χρειαστούν μέρες για την τελική ανακοίνωσή τους.

Η ψηφοφορία ξεκίνησε στις 7 π.μ. (05:00 GMT) και λήγει στις 10 μ.μ. (20:00 GMT), όταν τα ισραηλινά τηλεοπτικά κανάλια θα μεταδώσουν τα exit polls, δίνοντας μια πρώτη εικόνα για το αποτέλεσμα.

Η σημερινή αναμέτρηση θεωρείται μία από τις πλέον κρίσιμες των τελευταίων ετών, καθώς το εκλογικό σώμα καλείται να αποφασίσει για την πολιτική ηγεσία της χώρας μέσα σε ένα εξαιρετικά εύθραυστο περιβάλλον ασφαλείας.

Οι εκλογές δίνουν στους ψηφοφόρους την πρώτη ευκαιρία να κρίνουν τη διακυβέρνηση Νετανιάχου και ειδικότερα τους χειρισμούς του στην επίθεση της Χαμάς, τον πόλεμο στη Γάζα, την κρίση των ομήρων, τη χερσαία εισβολή στον Λίβανο, τα πλήγματα στη Συρία, τις επιθέσεις από και εναντίον του Ιράν και, πιο πρόσφατα, η συνεχιζόμενη σύγκρουση με την Τεχεράνη στο πλευρό των Ηνωμένων Πολιτειών.

Καθώς ο πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου αγωνίζεται να παραμείνει στην εξουσία, τίποτε δεν εγγυάται ένα γρήγορο και ξεκάθαρο αποτέλεσμα, ούτε για τον ίδιο ούτε για τους πολιτικούς του αντιπάλους.

Οι δημοσκοπήσεις παρουσιάζουν μεγάλες αποκλίσεις ως προς το αναμενόμενο αποτέλεσμα. Με βάση το εκλογικό σύστημα της απλής αναλογικής που ισχύει στο Ισραήλ, κανένα κόμμα δεν αναμένεται να εξασφαλίσει αυτοδυναμία (61 από τις 120 έδρες της Κνεσέτ). Ως εκ τούτου, το ενδιαφέρον εστιάζεται όχι μόνο στο ποιο κόμμα θα κόψει πρώτο το νήμα, αλλά και στη δυνατότητα σχηματισμού βιώσιμης κυβερνητικής συμμαχίας την επόμενη ημέρα.

Οι εταιρείες με δεξιό προσανατολισμό δίνουν προβάδισμα στο μπλοκ της Δεξιάς και των θρησκευτικών κομμάτων υπό τον Νετανιάχου. Αντίθετα, εκείνες με αριστερό προσανατολισμό καταγράφουν προβάδισμα για το λεγόμενο «μπλοκ της αλλαγής», που αντιτίθεται στον σημερινό πρωθυπουργό.

Οι περισσότερες έρευνες δείχνουν ότι καμία πλευρά δεν είναι πιθανό να εξασφαλίσει την απόλυτη πλειοψηφία των 120 εδρών της Κνεσέτ, η οποία θα της επέτρεπε να σχηματίσει κυβέρνηση χωρίς τη συνδρομή της άλλης πλευράς. Οι μικρές διαφορές σημαίνουν ότι η κάλπη μπορεί να οδηγήσει σε αδιέξοδο. Θα μπορούσαν να ακολουθήσουν παρατεταμένες διαπραγματεύσεις πέρα από ιδεολογικές διαχωριστικές γραμμές, σχηματισμός κυβέρνησης μειοψηφίας ή ακόμη και νέες εκλογές.

«Φαίνεται πως το πιθανότερο αποτέλεσμα είναι να μην προκύψει ξεκάθαρος νικητής», δήλωσε ο Γιοχάναν Πλέσνερ, πρόεδρος του Ινστιτούτου Δημοκρατίας του Ισραήλ.

Πρόκειται για τις πρώτες εκλογές μετά τις επιθέσεις της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023, τις οποίες οι αρχές έχουν αναγνωρίσει ως την πιο καταστροφική αποτυχία στον τομέα της ασφάλειας από την ίδρυση της χώρας το 1948.

Οι Ισραηλινοί προσέρχονται στις κάλπες ενώ η χώρα εξακολουθεί να πολεμά στη Γάζα, στον Λίβανο και στη Συρία. Έχουν επίσης προηγηθεί δύο γύροι άμεσης σύγκρουσης με το Ιράν, με τον Νετανιάχου να τάσσεται υπέρ ενός τρίτου.

Σε αυτό το σκηνικό, ορισμένα κρίσιμα ζητήματα θα μπορούσαν να καθορίσουν το αποτέλεσμα, ακόμη κι αν χρειαστούν ημέρες ή εβδομάδες για να ξεκαθαρίσει. Πρώτα, όμως, μια ματιά στα δύο βασικά στρατόπεδα που διεκδικούν την ψήφο των πολιτών.

Το στρατόπεδο Νετανιάχου

Ο Νετανιάχου, ο μακροβιότερος πρωθυπουργός του Ισραήλ και επικεφαλής του Λικούντ, επιδιώκει να σχηματίσει ακόμη έναν συνασπισμό παρόμοιο με τη σημερινή κυβέρνησή του, η οποία στηρίζεται στη συνεργασία με υπερεθνικιστικά και εβραϊκά θρησκευτικά κόμματα.

Απευθύνει δύο βασικά επιχειρήματα στους ψηφοφόρους. Πρώτον, ότι μόνο ο ίδιος μπορεί να σχηματίσει κυβέρνηση χωρίς τη στήριξη των αραβικών κομμάτων του Ισραήλ. Υποστηρίζει ότι αυτά θα αποτελούσαν κίνδυνο για τη χώρα, εάν εξασφάλιζαν αρκετές έδρες ώστε να επηρεάζουν τη στάση της στις πολυάριθμες συγκρούσεις στις οποίες εμπλέκεται.

Το δεύτερο επιχείρημά του είναι ότι οι ισραηλινές επιχειρήσεις στη Γάζα, στον Λίβανο και κυρίως στο Ιράν συνεχίζονται και ότι χρειάζεται περισσότερο χρόνο για να ολοκληρώσει όσα ξεκίνησε η κυβέρνησή του.

Ο πρόεδρος Τραμπ εξέφρασε την περασμένη εβδομάδα την ανεπιφύλακτη στήριξή του στον Νετανιάχου. Επανέλαβε τη σταθερή υποστήριξη της κυβέρνησής του στον πόλεμο που οι δύο ηγέτες εξαπέλυσαν από κοινού κατά του Ιράν πριν από σχεδόν οκτώ μήνες. Προειδοποίησε, ωστόσο, ότι ενδέχεται να μην είναι διατεθειμένος να τον συνεχίσει, εάν ο Νετανιάχου δεν παραμείνει στην εξουσία.

«Εάν το Ισραήλ έχει τον λάθος ηγέτη, δηλαδή οποιονδήποτε άλλον εκτός από τον Μπίμπι, η Αμερική θα πρέπει να κάνει μόνη της αυτή τη δουλειά, και δεν έχω διάθεση να το κάνω», δήλωσε ο Τραμπ.

Έκτοτε, ο Νετανιάχου υποστηρίζει ότι μόνο ο ίδιος μπορεί να συνεργαστεί με τον Τραμπ ώστε να διασφαλίσει πως το Ιράν δεν θα αποκτήσει πυρηνικό όπλο, ενδεχόμενο που πολλοί Ισραηλινοί θεωρούν υπαρξιακή απειλή.

Το προεκλογικό σύνθημά του, το οποίο κάνει ομοιοκαταληξία στα εβραϊκά, είναι: «Ή Δεξιά ή Παλαιστίνη, ή Δεξιά ή πυρηνική βόμβα».

Το Σαββατοκύριακο, ο Νετανιάχου ανάρτησε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης εικόνα δημιουργημένη με τεχνητή νοημοσύνη, η οποία απεικόνιζε ένα πυρηνικό μανιτάρι πάνω από το Τελ Αβίβ. Η λεζάντα επαναλάμβανε τον ισχυρισμό του ότι το Ιράν συνιστά υπαρξιακή απειλή για το Ισραήλ.

Οι υποστηρικτές του τον θεωρούν παγκόσμιο ηγέτη πρώτης γραμμής.

«Ο Μπίμπι μπορεί να τα βάλει με όλο τον κόσμο», δήλωσε στο CBS News ο εστιάτορας Μπένι Αβραάμ, χρησιμοποιώντας το προσωνύμιο του Νετανιάχου. «Ο Μπίμπι είναι χαρισματικός. Έχει ισχυρή φωνή. Ο κόσμος τον αγαπά». «Είναι ο βασιλιάς του Ισραήλ», πρόσθεσε.

Το «μπλοκ της αλλαγής»: Οποιοσδήποτε εκτός από τον Νετανιάχου

Απέναντι στον Νετανιάχου βρίσκεται ένα ετερόκλητο σύνολο αραβικών, δεξιών, αριστερών και κεντρώων κομμάτων, με έναν σαφή κοινό παρονομαστή: όλα επιθυμούν την απομάκρυνσή του από την εξουσία.

Επικρατέστερος να ηγηθεί του «μπλοκ της αλλαγής», εφόσον τα κόμματα που το συγκροτούν εξασφαλίσουν συνολικά αρκετές έδρες για τον σχηματισμό συνασπισμού, είναι ο πρώην αρχηγός των ισραηλινών Ενόπλων Δυνάμεων Γκάντι Άιζενκοτ, επικεφαλής του κεντρώου κόμματος Yashar.

Ο Άιζενκοτ έχασε τον γιο του και δύο ανιψιούς του ενώ υπηρετούσαν στον στρατό στη Γάζα. Συμμετείχε στο ισραηλινό πολεμικό συμβούλιο για μεγάλο μέρος του πρώτου χρόνου του πολέμου στη Γάζα, συνεργαζόμενος με τον Νετανιάχου. Περίπου οι μισοί υποψήφιοι του κόμματός του στις εκλογές της Τρίτης είναι γυναίκες, σε έντονη αντίθεση με τον ανδροκρατούμενο συνασπισμό του Νετανιάχου.

Ο Άιζενκοτ προβάλλει την εικόνα ενός μετριόφρονα βετεράνου, ο οποίος θέλει να ενώσει ξανά το Ισραήλ έπειτα από χρόνια διχασμού, για τον οποίο επιρρίπτει την ευθύνη στον Νετανιάχου.

Απαντώντας τη Δευτέρα στη ρητορική του Νετανιάχου περί πυρηνικής απειλής από το Ιράν, τον κατηγόρησε ότι «στηρίζεται σε μια εκστρατεία κινδυνολογίας, ψεμάτων και απειλών, συμπεριλαμβανομένων εικόνων με πυρηνικές βόμβες στην καρδιά του Τελ Αβίβ».

«Αυτή τη φορά δεν θα του περάσει», δήλωσε.

Στις βασικές προεκλογικές δεσμεύσεις του Άιζενκοτ περιλαμβάνεται η σύσταση κρατικής εξεταστικής επιτροπής για την αποτυχία των υπηρεσιών πληροφοριών και του μηχανισμού ασφαλείας να αποτρέψουν την επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023. Ο Νετανιάχου έχει μέχρι σήμερα εμποδίσει μια τέτοια έρευνα.

Ο Ούζι Αχαρόνι, 73χρονος μηχανικός από το Τελ Αβίβ, δήλωσε στο CBS News ότι θεωρεί τον Άιζενκοτ τη μόνη πραγματική εναλλακτική απέναντι στον Νετανιάχου.

«Ο Άιζενκοτ δεν είναι ούτε αριστερός ούτε δεξιός. Είναι ευθύς και έντιμος. Είναι ο τύπος του ηγέτη που θα φροντίσει εμάς, τον λαό του Ισραήλ, και όχι τον εαυτό του ή τη διεφθαρμένη οικογένειά του», ανέφερε.

Η αραβική ψήφος και η στράτευση των υπερορθόδοξων

Οι αναλυτές εκτιμούν ότι ορισμένοι παράγοντες θα μπορούσαν να δώσουν τη νίκη στη μία ή στην άλλη πλευρά.

Ένα στοιχείο που οι δημοσκοπήσεις δυσκολεύονται να προβλέψουν στο Ισραήλ είναι η εκλογική συμμετοχή. Οι προηγούμενες αναμετρήσεις έχουν δείξει ότι οι ψηφοφόροι του Λικούντ και οι Άραβες Ισραηλινοί παρουσιάζουν τις μεγαλύτερες διακυμάνσεις ως προς την προθυμία τους να προσέλθουν στις κάλπες. Επομένως, ενδέχεται να υπάρξουν εκπλήξεις στη συμμετοχή που θα αλλάξουν σημαντικά τους εκλογικούς συσχετισμούς υπέρ της μίας ή της άλλης πλευράς.

Οι Άραβες Ισραηλινοί, οι οποίοι αναφέρονται επίσης ως Παλαιστίνιοι πολίτες του Ισραήλ, αποτελούν περίπου το 20% του πληθυσμού της χώρας.

«Όσο υψηλότερη είναι η συμμετοχή των Αράβων τόσο λιγότερο πιθανό είναι ο Νετανιάχου να μπορέσει να σχηματίσει νέα κυβέρνηση με τη σημερινή σύνθεση του συνασπισμού του», δήλωσε ο Πλέσνερ.

Περισσότεροι Άραβες ψηφοφόροι θα προσέλθουν φέτος στις κάλπες, καθώς επιθυμούν έντονα να εμποδίσουν τον Νετανιάχου να σχηματίσει ξανά κυβέρνηση με ακροδεξιούς συμμάχους, οι οποίοι δυσκόλεψαν τη ζωή τους τα τελευταία τέσσερα χρόνια. Αυτό δήλωσε στο CBS News ο Τζιχάντ Αμπού Μοχ, ιδιοκτήτης καφέ στην πόλη Μπάκα αλ Γαρμπίγια, όπου η πλειονότητα των κατοίκων είναι Άραβες.

«Τα τελευταία τέσσερα χρόνια ήταν πραγματική καταστροφή, τόσο σε κοινωνικό επίπεδο όσο και σε ό,τι αφορά τους πολέμους», ανέφερε. Πρόσθεσε ότι πολλοί Άραβες Ισραηλινοί αισθάνονται πως επί Νετανιάχου δεν έχουν «ούτε ελπίδα ούτε μέλλον».

Στην εκλογική αναμέτρηση συμμετέχουν επίσης δύο νέα κόμματα, τα οποία, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, κινούνται κοντά στο όριο εισόδου στην Κνεσέτ. Το εάν κάποιο από αυτά καταφέρει τελικά να περάσει το όριο θα μπορούσε επίσης να γείρει την πλάστιγγα προς τη μία ή την άλλη πλευρά, διευκολύνοντας τον σχηματισμό νέας κυβέρνησης συνασπισμού.

Και τα δύο κόμματα αμφισβητούν τη συμμαχία του Νετανιάχου με τα υπερορθόδοξα κόμματα, ζητώντας να υπαχθούν επισήμως και οι υπερορθόδοξοι Εβραίοι στην υποχρεωτική στρατιωτική θητεία.

Πρόκειται για ένα κρίσιμο ζήτημα που διχάζει την παραδοσιακή εκλογική βάση του Νετανιάχου και τους κυβερνητικούς του εταίρους.

Η κάλπη δεν δίνει πάντοτε ξεκάθαρες λύσεις

Εάν κανένα μπλοκ δεν εξασφαλίσει σαφή κοινοβουλευτική πλειοψηφία, υπάρχουν διάφοροι δρόμοι για τον σχηματισμό νέας ισραηλινής κυβέρνησης.

Μία πιθανότητα είναι κόμματα ή μεμονωμένοι βουλευτές να αθετήσουν τις προεκλογικές τους δεσμεύσεις και να αλλάξουν στρατόπεδο. Υπάρχουν πολλά τέτοια προηγούμενα στην ισραηλινή πολιτική. Ενδέχεται να χρειαστούν εβδομάδες διαπραγματεύσεων προτού επιτευχθεί συμφωνία για έναν συνασπισμό.

Ένα άλλο ενδεχόμενο είναι το «μπλοκ της αλλαγής», εφόσον συγκεντρώσει σημαντικό ποσοστό ψήφων αλλά όχι την απόλυτη πλειοψηφία, να επιδιώξει τον σχηματισμό κυβέρνησης μειοψηφίας. Για να συμβεί αυτό, τα κόμματα χρειάζεται να εξασφαλίσουν συνολικά περισσότερες έδρες από την αντίπαλη πλευρά, ακόμη κι αν δεν ξεπερνούν το 50% των 120 διαθέσιμων εδρών. Τα αραβικά κόμματα θα μπορούσαν να επιτρέψουν τον σχηματισμό μιας τέτοιας κυβέρνησης, είτε υπερψηφίζοντάς την είτε απέχοντας και αποφεύγοντας να ψηφίσουν εναντίον της.

Εάν προκύψει αδιέξοδο και καμία πλευρά δεν μπορέσει να συγκροτήσει κυβέρνηση συνασπισμού, η χώρα θα πρέπει να οδηγηθεί σε νέες εκλογές. Και γι’ αυτό το σενάριο υπάρχουν πολλά προηγούμενα.

Από το 2019 έως το 2022, το Ισραήλ πραγματοποίησε πέντε εκλογικές αναμετρήσεις εξαιτίας του εκλογικού αδιεξόδου.

Ο Πλέσνερ δήλωσε στο CBS News ότι, εάν όλοι οι πολιτικοί τηρήσουν τις προεκλογικές τους δεσμεύσεις και αρνηθούν να αλλάξουν στρατόπεδο σε περίπτωση αδιεξόδου, «θα οδηγηθούμε σε ακόμη μία εκλογική αναμέτρηση».

«Είμαι βέβαιος ότι οι περισσότεροι πολιτικοί δεν το επιθυμούν αυτό», πρόσθεσε.

Στο επίκεντρο η ασφάλεια

Ο Νταν Ντάικερ, πρόεδρος του Κέντρου Ασφάλειας και Εξωτερικών Υποθέσεων της Ιερουσαλήμ, δήλωσε στο Fox News Digital ότι οποιαδήποτε νέα κυβέρνηση θα αντιμετωπίσει τις ίδιες μεγάλες προκλήσεις ασφάλειας με τη σημερινή, με περιορισμένες προοπτικές για γρήγορες επιτυχίες.

«Η μεγάλη πρόκληση σε αυτές τις εκλογές θα είναι αυτό που συζήτησε ο Νετανιάχου: η προσαρμογή του δόγματος εθνικής ασφάλειας ώστε να δίνει προτεραιότητα στην πρόληψη. Αυτό σημαίνει την ανάληψη πολύ σοβαρών, δυναμικών και επιθετικών στρατιωτικών αντιτρομοκρατικών ενεργειών, καθώς και μη στρατιωτικών δράσεων, εναντίον των εχθρών μας», ανέφερε.

Σύμφωνα με την καθηγήτρια Ταμάρ Χέρμαν, ανώτερη ερευνήτρια στο Ινστιτούτο Δημοκρατίας του Ισραήλ, η Αριστερά, το Κέντρο, ακόμη και η άκρα Δεξιά θεωρούν ότι ο Νετανιάχου δεν ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες που συνόδευαν την εικόνα του ως «κυρίου Ασφάλεια».

«Υποσχέθηκε να ανατρέψει το ιρανικό καθεστώς, υποσχέθηκε να διαλύσει τη Χαμάς, υποσχέθηκε να συντρίψει τη Χεζμπολάχ. Τίποτε από αυτά δεν επιτεύχθηκε», δήλωσε η Χέρμαν στο Fox News Digital.

«Έδωσε το πράσινο φως για να μην τιμωρούνται όσοι δρουν ως αυτόκλητοι τιμωροί στους εποικισμούς εναντίον Παλαιστινίων. Έκανε επίσης υπερβολικές παραχωρήσεις στα υπερορθόδοξα κόμματα, εγκαταλείποντας την ιδέα της καθολικής στράτευσης», πρόσθεσε.

Η Χέρμαν χαρακτήρισε τη σημερινή θητεία του Νετανιάχου τη λιγότερο επιτυχημένη του. Ξεκίνησε με την προώθηση της δικαστικής μεταρρύθμισης, η οποία προκάλεσε μαζικές διαδηλώσεις το 2023, και ακολούθησαν οι παλαιστινιακές τρομοκρατικές επιθέσεις της 7ης Οκτωβρίου.

Στη συνέχεια, ο Νετανιάχου βρέθηκε αντιμέτωπος με τη δημόσια οργή για τη διαχείριση της κρίσης των ομήρων. Τελικά, ωστόσο, σε συντονισμό με τον Τραμπ και τους απεσταλμένους του, εξασφάλισε την επιστροφή όλων των ομήρων.

«Στα μάτια ορισμένων, η παρακαταθήκη του θα είναι ότι προκάλεσε μια τεράστια καταστροφή στο Ισραήλ, τόσο ως προς όσα συνέβησαν στους αμάχους στις 7 Οκτωβρίου όσο και ως προς την επιδείνωση της διεθνούς εικόνας της χώρας», ανέφερε.

Η μάχη για την ιστορική παρακαταθήκη

Ο Μάικλ Όρεν, πρώην πρέσβης του Ισραήλ στις Ηνωμένες Πολιτείες, προσέγγισε τις επικείμενες εκλογές υπό το πρίσμα της πολιτικής παρακαταθήκης του Νετανιάχου και του τρόπου με τον οποίο θα τον θυμούνται σε 50 χρόνια.

«Υπάρχουν δύο τύποι ηγετών: οι ηγέτες μέσα στην Ιστορία και οι ηγέτες που διαμορφώνουν την Ιστορία», δήλωσε στο Fox News Digital.

«Υπάρχουν ηγέτες που αναλαμβάνουν την εξουσία και κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούν. Και υπάρχουν ηγέτες που αναλαμβάνουν την εξουσία θεωρώντας ότι αποστολή τους είναι να φέρουν ριζικές αλλαγές, ότι έχουν έναν ιστορικό ρόλο, όπως ο Αβραάμ Λίνκολν, ο Ρούζβελτ ή ο Τσόρτσιλ. Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου ανήκει σε αυτή την κατηγορία».

Σύμφωνα με τον Όρεν, ο Νετανιάχου θεωρεί αποστολή του να σώσει το Ισραήλ από υπαρξιακές απειλές, με κυριότερη εκείνη του Ιράν — έναν στόχο που δεν έχει ακόμη επιτύχει.

«Είναι διατεθειμένος να υπομείνει σχεδόν απεριόριστες επικρίσεις και καταδίκες σε ολόκληρο τον κόσμο, καθώς και μαζικές διαδηλώσεις εναντίον του, για να εκπληρώσει αυτόν τον έναν ρόλο», είπε.

«Αν το κατανοήσει κανείς αυτό, κατανοεί τον Μπενιαμίν Νετανιάχου: είναι ένας ηγέτης που διαμορφώνει την Ιστορία»

Τα αποτελέσματα των δύο εκλογικών αναμετρήσεων θα κρίνουν θα μπορούσαν να έχουν βαθιές συνέπειες για ολόκληρο τον κόσμο, εκτιμά σε δημοσίευμά του το BBC.

Από μια σύμπτωση του εκλογικού ημερολογίου, εκατομμύρια ψηφοφόροι, σε απόσταση περίπου 9.600 χιλιομέτρων μεταξύ τους, θα ασκήσουν τα δημοκρατικά τους δικαιώματα με διαφορά λίγων ημερών.

Οι ψηφοφόροι στο Ισραήλ προσέρχονται σήμερα στις κάλπες για να εκλέξουν νέο Κοινοβούλιο. Μία εβδομάδα αργότερα, οι ψηφοφόροι στις Ηνωμένες Πολιτείες θα εκλέξουν νέο Κογκρέσο.

Ο Τιπ Ο’Νιλ, πρώην πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων, μπορεί να είχε πει κάποτε ότι «όλη η πολιτική είναι τοπική». Οι συνέπειες αυτών των εκλογών, ωστόσο, θα είναι αναμφίβολα παγκόσμιες.

Διότι οι δύο αναμετρήσεις δεν συμπίπτουν απλώς χρονικά. Είναι αλληλένδετες.

Το ποιος θα κυβερνήσει το Ισραήλ θα έχει μακροχρόνιο αντίκτυπο στη Μέση Ανατολή και στους πολέμους που μαίνονται στην περιοχή.

Και οποιαδήποτε αλλαγή στον εκλογικό χάρτη της Αμερικής θα μπορούσε να επηρεάσει όχι μόνο αυτούς τους πολέμους, αλλά και το μέλλον της παγκόσμιας οικονομίας.

Υπάρχει μάλιστα και ένας άμεσος δεσμός μεταξύ των δύο αναμετρήσεων: η οργάνωση πολιτικής επιρροής Republicans Overseas Israel εκτιμά ότι περίπου μισό εκατομμύριο Ισραηλινοί που διαθέτουν αμερικανικό διαβατήριο μπορούν να ψηφίσουν και στις δύο.

Ο πρόεδρος της οργάνωσης, Μαρκ Ζελ, δήλωσε ότι αυτοί οι ψηφοφόροι θα μπορούσαν να επηρεάσουν αμφίρροπες αναμετρήσεις στις ΗΠΑ, όπως εκείνη για τη Γερουσία στο Μίσιγκαν. Εκεί, σύμφωνα με την εκτίμησή του, θα κατατεθούν περίπου 10.000 επιστολικές ψήφοι από το Ισραήλ.

«Μπορούν πραγματικά να κάνουν τη διαφορά», δήλωσε στο BBC.

Η πολιτική σύνδεση, ωστόσο, είναι ίσως βαθύτερη και γίνεται ιδιαίτερα έντονη στο ζήτημα του αμερικανοϊσραηλινού πολέμου κατά του Ιράν. Η μαζική αεροπορική επίθεση, που άρχισε τον Φεβρουάριο, κατέστρεψε πολλούς στρατιωτικούς στόχους και σκότωσε μεγάλο μέρος της ιρανικής ηγεσίας. Δεν κατάφερε όμως να ανατρέψει το καθεστώς, το οποίο απάντησε με σφοδρά πλήγματα σε ολόκληρο τον Κόλπο και έθεσε υπό τον έλεγχό του τα Στενά του Ορμούζ και τις ενεργειακές ροές που διέρχονταν από αυτά.

Και μόνο η διεξαγωγή των εκλογών έχει ήδη επηρεάσει τη λήψη αποφάσεων.

Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου αξιοποίησε την προεκλογική εκστρατεία για να προβάλει το ενδεχόμενο νέας επίθεσης κατά του Ιράν.

Διατύπωσε νέους ισχυρισμούς χωρίς να παρουσιάσει αποδεικτικά στοιχεία, για την πυρηνική απειλή από το Ιράν, επιμένοντας εκ νέου ότι το ισλαμικό καθεστώς πρέπει να ανατραπεί.

Στόχος του είναι να αποκαταστήσει την εικόνα του ως ηγέτη που εγγυάται την ασφάλεια. Μια εικόνα που δέχθηκε βαρύ πλήγμα μετά τις πολύνεκρες επιθέσεις της 7ης Οκτωβρίου κατά του Ισραήλ, των οποίων ηγήθηκε η Χαμάς.

Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ τροφοδότησε τη σεναριολογία για νέες επιθέσεις στο Ιράν, στηρίζοντας την εκστρατεία επανεκλογής του Νετανιάχου και δηλώνοντας ότι οι δυο τους θα πρέπει «σύντομα να τελειώσουν τη δουλειά» στο Ιράν.

Παρά την πολεμική ρητορική, ωστόσο, υπήρξαν και πληροφορίες προς την αντίθετη κατεύθυνση: ότι ο Τραμπ παρενέβη για να αποτρέψει τον Νετανιάχου από μια επίθεση κατά του Ιράν πριν από τις εκλογές. Ο φόβος του ήταν ότι μια νέα εκτίναξη των τιμών της ενέργειας θα υπενθύμιζε στους Αμερικανούς ψηφοφόρους τον αντιδημοφιλή πόλεμό του.

Θα μπορούσε, επομένως, μια επίθεση κατά του Ιράν να αναβληθεί για μετά τις εκλογές; Τα ισραηλινά μέσα ενημέρωσης βρίθουν σεναρίων ότι ο Νετανιάχου θα μπορούσε να επιχειρήσει να εξασφαλίσει την πολιτική του επιβίωση εξαπολύοντας επίθεση κατά του Ιράν ως υπηρεσιακός πρωθυπουργός μετά την εκλογική αναμέτρηση.

Σύμφωνα με αυτό το σενάριο, θα υποστήριζε την ανάγκη σχηματισμού κυβέρνησης εθνικής ενότητας με τη δική του συμμετοχή αντί ενός συνασπισμού των κομμάτων της αντιπολίτευσης.

Ο Νετανιάχου θεωρείται εδώ και χρόνια δεξιοτέχνης της πολιτικής επιβίωσης στο Ισραήλ. Εάν έχανε την εξουσία, θα βρισκόταν αντιμέτωπος με επίσημη έρευνα για τις ενέργειές του πριν από τις επιθέσεις της 7ης Οκτωβρίου, καθώς και με την επανενεργοποίηση δικαστικών διαδικασιών για υποθέσεις διαφθοράς.

Τα σενάρια αυτά έχουν λάβει τέτοια έκταση, ώστε ο αντίπαλός του, ο πρώην αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων Γκάντι Άιζενκοτ, έχει ήδη αποκλείσει τη συμμετοχή του σε οποιαδήποτε κυβέρνηση ενότητας.

Όπως όλοι οι πολιτικοί του βασικού πολιτικού φάσματος στο Ισραήλ, ο Άιζενκοτ θεωρεί το Ιράν υπαρξιακή απειλή για τη χώρα και υποστηρίζει τη στρατιωτική δράση εναντίον του ισλαμικού καθεστώτος. Έχει όμως προειδοποιήσει ρητά κατά της κλιμάκωσης του πολέμου για πολιτικούς σκοπούς.

Με το βλέμμα στην ιστορική παρακαταθήκη

Ο Τραμπ ενδέχεται πράγματι να είναι περισσότερο διατεθειμένος να επιτεθεί στο Ιράν μετά τις ενδιάμεσες εκλογές, εφόσον δεν δεσμεύεται πλέον από εκλογικούς υπολογισμούς και ελπίζει να απεμπλακεί από τον πόλεμο με μία ακόμη στρατιωτική προσπάθεια.

Ορισμένοι αναλυτές εκτιμούν ότι ο πόλεμος και οι οικονομικές κυρώσεις έχουν αποδυναμώσει τόσο πολύ την ιρανική οικονομία, ώστε ένας νέος γύρος στρατιωτικών πληγμάτων θα μπορούσε να ενθαρρύνει τους Ιρανούς να ανατρέψουν το καθεστώς. Άλλοι θεωρούν ότι πρόκειται για ακόμη έναν ευσεβή πόθο. Είναι μια στρατηγική που έχει επανειλημμένα αποτύχει, εξακολουθεί όμως να βρίσκει απήχηση στην Ουάσιγκτον.

«Μετά τις ενδιάμεσες εκλογές, θα επικεντρωθεί στην ιστορική του παρακαταθήκη», μου δήλωσε Δυτικός διπλωμάτης με καλή γνώση των εξελίξεων. «Θα θέλει να δείξει ότι μπορεί να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες σε οτιδήποτε δεν αφορά το τέλμα στο εσωτερικό».

Στο Ισραήλ υπάρχει ευρεία συναίνεση μεταξύ των περισσότερων κομμάτων για την απειλή που συνιστά το Ιράν και την ανάγκη περιορισμού του. Εάν όμως οι ψηφοφόροι εκλέξουν νέα κυβέρνηση, ενδέχεται να αναδειχθεί ένας πρωθυπουργός που θα έχει επενδύσει λιγότερα, πολιτικά και προσωπικά, σε νέες επιθέσεις.

Σε αυτές τις συνθήκες, ο Τραμπ έχει αφήσει να εννοηθεί ότι θα μπορούσε να αλλάξει και η δική του στάση.

«Εάν το Ισραήλ έχει τον λάθος ηγέτη, δηλαδή οποιονδήποτε άλλον εκτός από τον Μπίμπι [το προσωνύμιο του Νετανιάχου], η Αμερική θα πρέπει να κάνει μόνη της αυτή τη δουλειά, και δεν έχω διάθεση να το κάνω», έγραψε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Δεν προκαλεί, επομένως, έκπληξη το γεγονός ότι οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής στην Τεχεράνη παρακολουθούν τις αμερικανικές δημοσκοπήσεις εξίσου στενά με τους αναλυτές του πολιτικού κατεστημένου της Ουάσιγκτον.

Ο κίνδυνος, βεβαίως, είναι ότι τυχόν μετεκλογικά πλήγματα θα βύθιζαν τη Μέση Ανατολή σε νέο χάος, εάν το Ιράν απαντούσε με σφοδρά αντίποινα.

Δημοσίως και σε κατ’ ιδίαν συνομιλίες, Ιρανοί αξιωματούχοι έχουν απειλήσει να πλήξουν αεροδρόμια, αγωγούς, υποθαλάσσια καλώδια, ενεργειακές εγκαταστάσεις και μονάδες αφαλάτωσης, καθώς και αμερικανικές βάσεις και πολεμικά πλοία.

Ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί έγραψε στους Financial Times ότι νέες επιθέσεις θα έθεταν «σε μεγάλο κίνδυνο τις ζωές αμάχων, την ευημερία όλων των κρατών της περιοχής και την παγκόσμια οικονομία».

Είναι και η οικονομία

Οι δύο εκλογικές αναμετρήσεις συνδέονται και μέσω της παγκόσμιας οικονομίας. Η αγοραστική δύναμη και το κόστος ζωής κυριάρχησαν στην προεκλογική εκστρατεία για τις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές. Πρόκειται για προβλήματα που επιδεινώθηκαν από τον πόλεμο του Τραμπ, ο οποίος οδήγησε σε αύξηση των τιμών, καθώς το Ιράν περιόρισε ασφυκτικά τις ενεργειακές ροές μέσω των Στενών του Ορμούζ.

Η οικονομία αποτελεί προεκλογικό ζήτημα και στο Ισραήλ, όπου οι ψηφοφόροι βρίσκονται αντιμέτωποι με υψηλό κόστος ζωής και χαμηλούς μισθούς. Και εδώ, όμως, ο πόλεμος παίζει τον ρόλο του, καθώς η εκτόξευση των αμυντικών δαπανών ασκεί ακόμη μεγαλύτερη πίεση στα δημόσια οικονομικά.

Ο Τραμπ επιχείρησε να κατευνάσει τους ψηφοφόρους ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών. Ήρε τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας, ελπίζοντας μάταια ότι οι εισαγωγές ντίζελ από τη Μόσχα θα μπορούσαν να μειώσουν σημαντικά τις τιμές.

Παράλληλα, υιοθέτησε σκληρή στάση απέναντι στην Ουκρανία, καλώντας την ηγεσία της να κάνει παραχωρήσεις. Ήλπιζε έτσι, επίσης μάταια μέχρι στιγμής, ότι θα μπορούσε να παρουσιάσει μια επιτυχία στην εξωτερική πολιτική.

Ωστόσο, εντείνεται η δυσαρέσκεια των Ρεπουμπλικανών για την αμφιλεγόμενη στρατηγική του. Ο γερουσιαστής της Βόρειας Καρολίνας Τομ Τίλις, ο οποίος ασκεί συχνά κριτική στον Τραμπ, δήλωσε στο CBS News:

«Εάν ο πρόεδρος θέλει πραγματικά να μειώσει τις τιμές της ενέργειας, μπορεί να το κάνει επιλύοντας το πρόβλημα του Ιράν, όχι κάνοντας χάρη στον Βλαντίμιρ Πούτιν».

Μία από τις συνέπειες του πολέμου στο Ιράν, σε συνδυασμό με τις ισραηλινές στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Γάζα και στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη, είναι ότι έχει διαρραγεί η παραδοσιακή διακομματική στήριξη προς το Ισραήλ στις ΗΠΑ.

Ο Αμπντούλ Ελ Σαγέντ, υποψήφιος της αριστερής πτέρυγας των Δημοκρατικών για τη Γερουσία στο Μίσιγκαν, προβάλλει προεκλογικά την περικοπή της στρατιωτικής βοήθειας προς το Ισραήλ.

«Ένας σύμμαχος που παίρνει τα χρήματά σου για να σε ωθεί σε πολέμους στους οποίους δεν θα έπρεπε να συμμετέχεις δεν είναι σύμμαχος», δήλωσε στο ABC News.

Οι ΗΠΑ και το Ισραήλ επιτέθηκαν αρχικά στο Ιράν με στόχο να καταστρέψουν τους βαλλιστικούς πυραύλους του, να υποβαθμίσουν τις πυρηνικές του δυνατότητες, να αποδυναμώσουν τη στήριξή του σε ένοπλες οργανώσεις που δρουν για λογαριασμό του, ακόμη και να ανατρέψουν ολόκληρο το καθεστώς. Έκτοτε, οι πολεμικοί τους στόχοι έχουν μετατοπιστεί στην επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ.

Ο Μπραντ Λάντερ, υποψήφιος των Δημοκρατικών για τη Βουλή των Αντιπροσώπων στη Νέα Υόρκη, ο οποίος ανήκει επίσης στην αριστερή πτέρυγα του κόμματός του, επέλεξε μάλιστα να ταξιδέψει στη Δυτική Όχθη μόλις λίγες ημέρες πριν από τις εκλογές.

Βοήθησε Παλαιστινίους στη συγκομιδή ελιών και κρατήθηκε για λίγο από τις ισραηλινές δυνάμεις. Όλα αυτά τροφοδότησαν την προεκλογική του παρουσία στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Στην ιστορία της αμερικανικής πολιτικής, κάτι τέτοιο δεν είναι συνηθισμένο. Ακόμη και ο Νετανιάχου προειδοποιεί ότι στο μέλλον το Ισραήλ ενδέχεται να χρειαστεί να επιβιώσει χωρίς την αμερικανική ομπρέλα ασφαλείας.

Βεβαίως, εάν ο Ισραηλινός πρωθυπουργός ηττηθεί, η αποχώρησή του θα σημάνει το τέλος μιας στενής αλλά συχνά δύσκολης προσωπικής σχέσης, στη διάρκεια της οποίας ο Τραμπ άλλαζε διαρκώς στάση απέναντί του.

Την περασμένη εβδομάδα, ο Αμερικανός πρόεδρος τον χαρακτήρισε «σπουδαίο πολεμιστή πρωθυπουργό». Το καλοκαίρι είχε πει ότι ο Νετανιάχου είναι «γαμημένα τρελός».

Ένας νέος Ισραηλινός ηγέτης θα έπρεπε να οικοδομήσει από την αρχή μια σχέση με έναν Αμερικανό πρόεδρο που οδεύει προς το τέλος της θητείας του. Αυτό θα δημιουργούσε μια πολύ διαφορετική δυναμική.

Εάν οι Δημοκρατικοί ενισχύσουν τον έλεγχό τους στο Κογκρέσο, θα μπορούσαν να επιβάλουν ορισμένους περιορισμούς στην άνευ όρων αμερικανική στήριξη προς το Ισραήλ. Το Κογκρέσο διαθέτει θεσμικές εξουσίες που μπορεί να χρησιμοποιήσει για να περιορίσει τις στρατιωτικές δαπάνες. Θα μπορούσε επίσης να περικόψει τη στρατιωτική βοήθεια προς το Ισραήλ.

Ως πρόεδρος, ωστόσο, ο Τραμπ θα διατηρούσε σημαντικές εκτελεστικές εξουσίες και το δικαίωμα άσκησης βέτο ώστε να συνεχίσει τη σύγκρουση όπως ο ίδιος κρίνει σκόπιμο.

Η απόφαση του Ισραήλ και των ΗΠΑ να πολεμήσουν το Ιράν νωρίτερα φέτος μεταμόρφωσε την παγκόσμια οικονομία και το διεθνές γεωπολιτικό τοπίο. Οι επιλογές που θα κάνουν οι ψηφοφόροι των δύο χωρών τις επόμενες ημέρες ενδέχεται να καθορίσουν την πορεία του κόσμου από εδώ και πέρα.

Πηγή: www.newsbomb.gr

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ ΣΤΟ ΝΕΑ

00:00